Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

Το πραξικόπημα του Ερντογάν

Η πραγματική κατάσταση της Τουρκικής Δημοκρατίας
Τα βασικά συστατικά ενός επιτυχημένου δημοκρατικού συστήματος έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεριζωθεί από την Τουρκία κατά την διάρκεια της βασιλείας τού Ερντογάν. Έτσι, θα χρειαστεί πολύς χρόνος και προσπάθεια ώστε η Τουρκία να επιστρέψει στον δρόμο τής δημοκρατίας.
Η δυτική αντίληψη σχετικά με την τουρκική πολιτική έχει επιτέλους αρχίσει να πλησιάζει στην –αυταρχική- πραγματικότητα. Μόλις τον Μάιο του 2012, ο Steven Cook, βασικός συνεργάτης στο Council on Foreign Relations, δήλωνε [1] με βεβαιότητα ότι «το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έχει κάνει ό, τι μπορεί» για να σφυρηλατήσει «μια πιο δημοκρατική, ανοικτή χώρα». Ενάμιση χρόνο αργότερα, Cook θα παραπονείτο [2] για τον «δημοκρατικό αντικατοπτρισμό» τής Τουρκίας, καταγράφοντας την τάση τού Ερντογάν να «χρησιμοποιεί τα θεσμικά όργανα του κράτους για αντίποινα και πολιτικό εκφοβισμό» και να χειραγωγεί το δικαστικό σώμα για «δικούς του πολιτικούς σκοπούς».
Δεδομένης τής συμπεριφοράς τού Ερντογάν, η διόρθωση αυτή είναι πλήρως δικαιολογημένη. Αλλά, δυστυχώς, η νέα αφήγηση της Δύσης πάσχει από αρκετές δικές της αδυναμίες και παραλείψεις. Η αυταρχική στροφή τής Τουρκίας, συνήθως απεικονίζεται ως πρόσφατη, ακολουθώντας τα βήματα αυτού που συνήθως περιγράφεται ως «σημαντικές δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις» κατά την τελευταία δεκαετία υπό τον Ερντογάν. Με την τελευταία ανατροπή, για την οποία ευθύνεται ξεκάθαρα ο Ερντογάν, υπάρχει μια σχετικά μικρή απόσταση ως την αισιοδοξία για τις προοπτικές που θα έχει η δημοκρατία μετά από αυτόν. Αυτό είναι το αίσθημα που αντανακλάται στο πρόσφατο άρθρο του οικονομολόγου τού MIT, Daron Acemoglu, στο Foreign Affairs, «Ο αποτυχημένος μονοκράτορας» [3].
Συμφωνούμε σε πολλά σημεία με τον Acemoglu, ιδίως σε σχέση με τις δυνατότητες ενός λαού που φαίνεται «διψασμένος για πολιτική συμμετοχή και δημοκρατία» περισσότερο από ποτέ. Όμως, ο απολογισμός του συγχέει τον εκδημοκρατισμό με αυτό που ήταν ουσιαστικά μια μετατόπιση μακριά από την κοσμική ελίτ. Επίσης, υποτιμά την θεσμική παρακμή υπό τον Ερντογάν, η οποία θα αφήσει μια προβληματική κληρονομιά στον όποιο διάδοχό του. Επιπλέον, δεν δίνει προσοχή στην συμβολή πολλών άλλων δρώντων σε αυτήν την κληρονομιά, συμπεριλαμβανομένων και των κάποτε συμμάχων τού Ερντογάν, τους γκιουλενιστές. Όταν λαμβάνονται υπόψη αυτοί οι παράγοντες, αναδύεται μια διαφορετική εικόνα για τις δημοκρατικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Τουρκία, με ή χωρίς τον Ερντογάν.
Κατ’ αρχάς, η θεσμική υποβάθμιση της Τουρκίας [4] δεν είναι μια πρόσφατη υπόθεση. Ξεκίνησε πολύ πριν τις προδήλως αδέξιες και πολωτικές αντιδράσεις τού Ερντογάν στις διαδηλώσεις τού καλοκαιριού τού 2013 για το πάρκο Gezi και με την έρευνα για διαφθορά τον χειμώνα τού 2013. Η βίαιη καταστολή των μέσων ενημέρωσης κατά το τελευταίο έτος, δεν είναι παρά η τελευταία φάση σε μια συνεχή διαδικασία καταστολής εναντίον τού ανεξάρτητου Τύπου. Και ο Ερντογάν και οι γκιουλενιστές έχουν από καιρό χειραγωγήσει το δικαστικό σώμα, χρησιμοποιώντας το για να παρενοχλούν και να φυλακίζουν αντιπάλους τους με κατηγορίες που κυμαίνονται από εντελώς αδύναμες μέχρι κατασκευασμένες.
Από τότε που το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν (ΑΚΡ) ανήλθε στην εξουσία το 2003, η διακριτική ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας έχει παρεισφρήσει στην διαδικασία ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των μέσων ενημέρωσης να συγκρατούν την κριτική τους για την κυβέρνηση φοβούμενες ότι θα χάσουν προσοδοφόρες συμβάσεις για τις επιχειρήσεις τους. Και όταν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μίλησαν ανοιχτά, η κυβέρνηση κατέφυγε σε αυθαίρετες φορολογικές κυρώσεις, όπως για παράδειγμα το τεράστιο πρόστιμο που επέβαλλε το 2009 στην Dogan Holding [5], την εκδότρια εταιρεία τής κορυφαίας ανεξάρτητης ημερήσιας εφημερίδας, Χουριέτ. Οι αγωγές κατά ιδιωτών αποτελούν ένα άλλο κανάλι καταστολής: Μέχρι το 2005, δύο χρόνια μετά την έναρξη της θητείας του, ο Ερντογάν είχε ήδη αποκομίσει περίπου 440 χιλιάδες δολάρια [6] από αγωγές για συκοφαντία. Και η κυβέρνηση Ερντογάν υπήρξε ηγέτις στην φυλάκιση δημοσιογράφων. Μεταξύ 2007 και 2011, η παγκόσμια κατάταξη της Τουρκίας όσον αφορά την ελευθερία τού Τύπου έπεσε [7] από την 101η στην 148η θέση ανάμεσα σε περίπου 180 χώρες. Από τότε, έχει πέσει άλλες έξι θέσεις.
Όπως ορθώς επισημαίνει ο Acemoglu, το τουρκικό δικαστικό σώμα δεν ήταν ποτέ πλήρως ανεξάρτητο. Ιστορικά, ενήργησε ως όργανο της κοσμικής ελίτ και υπήρξε εχθρικό προς τις ομάδες εκτός από εκείνες που ακολουθούσαν τον Κεμαλισμό – αποτέλεσε έτσι ένα σημαντικό συστατικό τού παραδοσιακού δημοκρατικού ελλείμματος της χώρας. Όταν το ΑΚΡ ανέλαβε την εξουσία το 2003, το κόμμα δεν είχε δικά του στελέχη για να αντικαταστήσει τις κοσμικές ομάδες που είχαν κυριαρχήσει στην γραφειοκρατία και στο δικαστικό σώμα. Έτσι, ο Ερντογάν βασίστηκε στο κίνημα Γκιουλέν, το οποίο ήταν πάρα πολύ πρόθυμο να συνεργαστεί, αφού είχε ακολουθήσει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική τοποθέτησης συμπαθούντων του στον κρατικό μηχανισμό. Η γκιουλενιστική αστυνομία και το δικαστικό σώμα, που στα τελευταία χρόνια τής τελευταίας δεκαετίας ενεργοποίησαν τις διαβόητες [8] αντι-στρατιωτικές (Εργκένεκον και Balyoz) και αντι-κουρδικές (KCK) δικαστικές υποθέσεις, απολάμβαναν ελευθερία δράσης ως την στιγμή που ο Ερντογάν αποφάσισε να χωρίσει τον δρόμο του από το κίνημα. Οποιοσδήποτε εξέταζε αυτές τις πολιτικές δίκες, ακόμα και στα πρώτα τους στάδια [9], δεν θα είχε καμία ψευδαίσθηση ότι είχαν οποιαδήποτε σχέση με το κράτος δικαίου. Μεταξύ 2007 και 2011, η παγκόσμια κατάταξη της Τουρκίας [10] για την δικαστική ανεξαρτησία έπεσε από την 56η θέση στην 83η ανάμεσα σε περίπου 140 χώρες, και θα πέσει επιπλέον δύο θέσεις το 2014.
Μαζί με την επιδείνωση της ελευθερίας τού Τύπου και της ανεξαρτησίας τής δικαιοσύνης, το τουρκικό κράτος αύξησε κατακόρυφα τις φυλακίσεις υπό το ΑΚΡ: Σύμφωνα με τα στοιχεία τού υπουργείου Δικαιοσύνης, στα πρώτα δέκα χρόνια τής εξουσίας τού ΑΚΡ, ο πληθυσμός των φυλακισμένων στην Τουρκία διπλασιάστηκε. Βρίσκεται σήμερα πάνω από τον αντίστοιχο αριθμό τής δεκαετίας τού 1990. Ένα σημαντικό μέρος τής αύξησης οφείλεται στους πολίτες που κρατούνται με βάση τους αντιτρομοκρατικούς νόμους που τροποποίησε το ΑΚΡ. Επιπλέον, αυτές οι σχετικές με την τρομοκρατία φυλακίσεις έχουν συμβεί χωρίς να έχει καταγραφεί αντίστοιχη αύξηση των πραγματικών τρομοκρατικών επιθέσεων στην Τουρκία.
Στον οικονομικό τομέα, ο Ερντογάν έχει κυριαρχήσει στους ανεξάρτητους ρυθμιστικούς οργανισμούς (στα χρηματοοικονομικά, στις τηλεπικοινωνίες, στην πολιτική ανταγωνισμού) που κληρονόμησε από τις μεταρρυθμίσεις τού πρώην υπουργού Οικονομικών, Κεμάλ Ντερβίς, το 2001. Εν τω μεταξύ, νέοι κανονισμοί και πολιτικοί διορισμοί, έχουν ουσιαστικά καταργήσει την αυτονομία των επιστημονικών φορέων και των πανεπιστημίων. Συγκριτικά στοιχεία από διεθνείς οίκους δείχνουν ότι τα θεσμικά όργανα της Τουρκίας τώρα μοιάζουν περισσότερο με εκείνα της Ρωσίας και του Ιράν από όσο εκείνα των μελών τής Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία φιλοδοξούσε κάποτε να ενταχθεί η χώρα.
Παρ’ όλο που ο Ερντογάν φέρει την κύρια πολιτική ευθύνη για την πορεία τής Τουρκίας, είχε την βοήθεια συμμάχων και άλλων παραγόντων, πολλοί εκ των οποίων θα υπάρχουν και μετά από αυτόν. Η θεσμική παρακμή ήταν αποτέλεσμα των πρακτικών τού ΑΚΡ καθώς και της οικοδόμησης ενός κρατικού μηχανισμού που στελεχώθηκε σε μεγάλο βαθμό από γκιουλενιστές. Παρότι ο Ερντογάν έχει πλέον καθαρίσει το δικαστικό σώμα και την αστυνομία από χιλιάδες ύποπτους ως γκιουλενιστές, η αδιαφάνεια και οι υπόγειες τακτικές τού κινήματος σημαίνουν ότι οι γκιουλενιστές θα μπορούσαν να παραμείνουν ισχυροί μέσα στην γραφειοκρατία και ότι κάθε μελλοντική κυβέρνηση θα πρέπει να τους υπολογίζει (ή ίσως ακόμη και να τους είναι υπόχρεη).
Επιπλέον, το καθεστώς Ερντογάν υποστηρίζεται από ένα μεγάλο παρεοκρατικό δίκτυο, που τρέφεται από την κρατική γενναιοδωρία και τις αθέμιτες επιχειρηματικές ευκαιρίες. Παρά το γεγονός ότι η διαφθορά πάντα μάστιζε την τουρκική πολιτική, το μέγεθος που υπονοείται από πρόσφατες αποκαλύψεις σαστίζει το μυαλό ακόμα και του πιο βαριεστημένου πολιτικού παρατηρητή. Αυτά τα δίκτυα τής διαφθοράς και της πατρωνίας δεν θα εξαφανιστούν εν μία νυκτί όποτε φύγει ο Ερντογάν. Η πρόσφατη τραγωδία στο Soma [11], στην οποία έχασαν την ζωή τους301 ανθρακωρύχοι, άνοιξε ένα καταστροφικό παράθυρο στο οικονομικό μοντέλο τού ΑΚΡ, το οποίο βασίζεται σε εργαζόμενους που διαφέρουν ελάχιστα από δούλους και σε άκρως αμφιλεγόμενες πρακτικές που αφορούν σε ιδιοκτήτες επιχειρήσεων και κρατικούς αξιωματούχους.
Είναι βεβαίως αληθές ότι ο Ερντογάν παραμένει δημοφιλής σε ένα μεγάλο τμήμα τού τουρκικού πληθυσμού. Έχει προεδρεύσει σε μια περίοδο σημαντικής κοινωνικής ανόδου και οικονομικής κινητικότητας μεταξύ των πρώην μειονεκτούντων φτωχών και ευσεβών. Έχει επιτρέψει την χαλάρωση κάποιων κεμαλικών ταμπού, διευκολύνοντας μια πιο ελεύθερη δημόσια συζήτηση για θέματα όπως τα δικαιώματα των Κούρδων και η γενοκτονία των Αρμενίων. Όμως, ακόμη και η πότε θερμή και πότε ψυχρή συμπεριφορά τού Ερντογάν κατά την διάρκεια της κουρδικής ειρηνευτικής διαδικασίας, προφανώς κινούμενη από πολιτικές σκοπιμότητες, δείχνει ότι τα κίνητρά του είναι ευκαιριακά και όχι ηθικά. Επιπλέον, άλλα ρήγματα έχουν βαθύνει υπό τον Ερντογάν. Η ρητορική τού ΑΚΡ έχει επιδεινώσει το σουνιτικό - αλεβιτικό χάσμα [12] και δημιούργησε ξενοφοβία. Ο ανοιχτός αντισημιτισμός [13] στα φιλοκυβερνητικά μέσα μαζικής ενημέρωσης έχει φτάσει σε επίπεδα που δεν είχαν εμφανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ο Acemoglu χαρακτηρίζει την καταστροφή των κεμαλικών ελίτ ως αναγκαία θεσμική αναπροσαρμογή στον δρόμο προς την πλήρη δημοκρατία. Αλλά είναι σημαντικό να διακριθεί ο πραγματικός εκδημοκρατισμός από μια μετατόπιση της εξουσίας από ένα σύνολο αυταρχικών ελίτ σε ένα άλλο. Ένα τεστ είναι αν η μετάβαση εξουσίας επιτυγχάνεται κατά τρόπο που να συνάδει με τις δημοκρατικές αξίες - ή, εναλλακτικά, με τρόπο που είναι αντίθετος προς αυτές. Ο Ερντογάν και οι γκιουλενιστές σύμμαχοί του έχουν αποτύχει άσχημα σε αυτό το τεστ. Οι μαζικές παραβιάσεις τού κράτους δικαίου [14] στις πολιτικο-στρατιωτικές δίκες που τον βοήθησαν να εδραιώσει την εξουσία του επί της παλιάς φρουράς και οι διάχυτες τακτικές τής λογοκρισίας και της παρενόχλησης που έχουν βοηθήσει στο να φιμώσει τους επικριτές του στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποτελούν ισχυρές ενδείξεις ότι η δημοκρατία δεν ήταν ποτέ ο τελικός στόχος. Αντί να μετριάζουν τις αυταρχικές υπερβολές των κεμαλικών κοσμικών που συνέβησαν στο παρελθόν, αυτές οι τακτικές τις μεγέθυναν και τις εδραίωσαν περαιτέρω στο πλαίσιο των κρατικών πρακτικών. (Πράγματι, τώρα χρησιμοποιούνται κατά των γκιουλενιστών).
Ως εκ τούτου είναι αμφίβολο κατά πόσον «η εκτροπή τού Ερντογάν από την δημοκρατία είναι ένα θλιβερό, αλλά σχεδόν προβλέψιμο, στάδιο της δημοκρατικής μετάβασης της Τουρκίας», όπως προτείνει ο Acemoglu. Είναι δύσκολο να εκληφθούν η συγκέντρωση της εξουσίας, ο οικονομικός λαϊκισμός και οι πολιτικές ομαδοποίησης από τον Ερντογάν ως ενίσχυση των χωρίς αποκλεισμούς θεσμών στον δρόμο προς την δημοκρατία. Οι εξελίξεις αυτές έχουν απλώς δημιουργήσει διαφορετικές, και με ποικίλους τρόπους πιο ολέθριες αυταρχικές δομές. Δεν έφεραν την χώρα πιο κοντά στην δημοκρατία. Ούτε ήταν αναπόφευκτες.
Ακόμη και αν ο Ερντογάν χάσει την εξουσία, τα πρόσφατα γεγονότα στην Κούβα και την Βενεζουέλα δείχνουν ότι οι διάδοχοι των αυταρχικών δυναστών είναι συχνά πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τα μέσα καταστολής προκειμένου να προστατεύσουν το status quo. Και η κατάσταση της εσωτερικής δημοκρατίας εντός τού ΑΚΡ δεν αποτελεί καλό οιωνό για όποιον μπορεί να επιλέξει να καθοδηγήσει το κόμμα στο μέλλον. Η συγκέντρωση της εξουσίας υπό τον Ερντογάν έχει συμπιέσει τους πάντες εκτός από τους γιέσμεν. Τα βασικά συστατικά ενός επιτυχημένου δημοκρατικού συστήματος έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεριζωθεί κατά την διάρκεια της βασιλείας του. Αν και όταν η Τουρκία αναδυθεί ως δημοκρατία, θα το πράξει παρά, και όχι εξαιτίας, αυτού που έχει αποκαλυφθεί στην θητεία τού Ερντογάν.

Erik Meyersson και Dani Rodrik

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου