Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

ΣΥΜΕΩΝ ΚΕΔΙΚΟΓΛΟΥ: Δεν μπορεί υπό το πρόσχημα της οικονομικής κρίσης να υποχωρούμε σε ζητήματα αξιοκρατίας


Με αφορμή το θέμα που δημιουργήθηκε με την ίδρυση Αρχιτεκτονικής Σχολής στα Ιωάννινα, ο Συμεών Κεδίκογλου τοποθετήθηκε στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής χθες Πέμπτη 31 Ιουλίου υποστηρίζοντας: 

Θεωρώ ότι η περίοδος της μεταπολίτευσης, όπου ιδρύαμε τμήματα και σχολές σε πόλεις για λόγους ψηφοθηρικούς ή για λόγους ανάπτυξης, όπως την εννοούσαμε, δηλαδή για τη δημιουργία ενοικιαζόμενων δωματίων, εστιατορίων κ.λπ., απέτυχε. Είναι από τα πράγματα που με την κρίση πρέπει να αναθεωρήσουμε.

Συνέχισε λέγοντας ότι δεν έχουμε ανάγκη από την ίδρυση κανενός άλλου τμήματος πέραν όσων έχουμε, εκτός αν είναι σε γνωστικό αντικείμενο που δεν υπάρχει μέχρι τώρα. Αντίθετα, με το Σχέδιο Αθηνά έγινε μια προσπάθεια για περιορισμό των διάσπαρτων τμημάτων. Η κριτική προς το Σχέδιο Αθηνά, που είχε αδυναμίες, είναι ότι δεν έγινε στην έκταση που θα έπρεπε να λάβει.

Το θέμα της συγκεκριμένης ίδρυσης έρχεται από μακριά και «σέρνεται» από το 2009. Είναι όμως τώρα που υλοποιείται με την απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 23 Ιουλίου.

Είναι χαρακτηριστικό, συμπλήρωσε ο κ. Κεδίκογλου, ότι ο ομιλητής του ΣΥΡΙΖΑ, αν και είχε το λόγο για δεκαπέντε λεπτά, δεν πήρε θέση στο θέμα ίδρυσης νέων τμημάτων ανά την επικράτεια κι αυτό είναι λογικό για όποια αντιπολίτευση σκέφτεται ψηφοθηρικά ή με σπέρματα λαϊκισμού.

Επίσης, ο Συμεών Κεδίκογλου τοποθετήθηκε σε ένα δεύτερο ζήτημα που προέκυψε από την αποστροφή του λόγου του υφυπουργού κ. Δερμεντζόπουλου στην προηγούμενη συνεδρίαση της Επιτροπής Μορφωτικών Υποθέσεων (29 Ιουλίου) ότι υπάρχει η σκέψη να ανοίξουμε τους πίνακες των αναπληρωτών. Ο κ. Κεδίκογλου αναρωτήθηκε ποιους πίνακες; Αυτούς εκτός ΑΣΕΠ; Καθώς έτσι θα ανοίγαμε κερκόπορτα για να διολισθήσουμε σε παλαιότερες καταδικασμένες πρακτικές.

Ανέφερε συγκεκριμένα ότι με τον ν. 3848/2010 (A’ 71) υιοθετήθηκε μία βασική πολιτική επιλογή αξιοκρατίας:

Όλες οι προσλήψεις στην εκπαίδευση -τόσο μονίμου προσωπικού όσο και αναπληρωτών- να γίνονται κατ’ αρχήν βάσει της βαθμολογίας που έλαβαν οι εκπαιδευτικοί σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. Έτσι, όλες οι θέσεις και τα λειτουργικά κενά στην πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση θα καλύπτονταν αποκλειστικά από αυτούς που θα είχαν συγκεντρώσει τη βαθμολογική βάση σε διαγωνισμό του Α.Σ.Ε.Π. Εφόσον θα είχαν συγκεντρώσει αυτή τη βαθμολογία, τότε μόνο θα μπορούσαν να προσμετρηθούν και περαιτέρω προσόντα (μεταπτυχιακοί τίτλοι, ξένες γλώσσες, κ.λπ.), τυχόν προϋπηρεσία, καθώς και να ληφθούν υπόψη κοινωνικά κριτήρια (αναπηρία, πολύτεκνοι, κ.λπ.).

Ο ίδιος νόμος προέβλεπε τη σταδιακή κατάργηση των διαφόρων πινάκων αναπληρωτών που ίσχυαν κατά τη δημοσίευσή του. 

Έκτοτε και παρά τη νομοθετική πρόβλεψη για διενέργεια ανοιχτού διαγωνισμού Α.Σ.Ε.Π. για τους εκπαιδευτικούς αρχικά ανά διετία και πλέον ανά τριετία, δεν έχει πραγματοποιηθεί σχετικός διαγωνισμός. Για τη μη πραγματοποίηση διαγωνισμού γίνεται επίκληση οικονομικών λόγων. Δεν μπορεί, ωστόσο, υπό το πρόσχημα της οικονομικής κρίσης να υποχωρούμε σε ζητήματα αξιοκρατίας και να προκρίνουμε ως λύση πρακτικές του παρελθόντος, όταν η επιλογή εκπαιδευτικών γινόταν με αδιαφανείς διαδικασίες ή βάσει κριτηρίων που δεν εξυπηρετούσαν την ποιότητα της εκπαίδευσης.

Αν όντως έχουν εξαντληθεί οι πίνακες του Α.Σ.Ε.Π. και δεν έχουν καλυφθεί οι ανάγκες στην εκπαίδευση, τότε αυτό αποτελεί επιτακτικό λόγο για την άμεση διενέργεια διαγωνισμού.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου