Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Αντιρατσιστικός νόμος ναι. Αντιρατσιστική κοινωνία;

[ Του Λεωνίδα Καστανά ]

Ο δημόσιος διάλογος γύρω από το ρατσισμό και την ομοφοβία καταναλώνεται σήμερα στις διατάξεις ενός, προς το παρόν, νόμου - φάντασμα αλλά αποφεύγει την ουσία. Οι πολιτικές δυνάμεις ερίζουν για την ποιότητα και την ποσότητα του αντιρατσισμού τους κλείνοντας η κάθε μια το μάτι στα δικά τους ακροατήρια διατυπώνοντας ανέξοδα προτάσεις. Είναι αναμφίβολο ότι χρειαζόμαστε ένα επικαιροποιημένο νόμο που θα κατοχυρώνει τα αυτονόητα για ευρωπαϊκή χώρα. Ωστόσο και ο ισχύων νόμος Ν.2462/1997 καλύπτει με επάρκεια πολλά χωρίς όμως να έχει αποτρέψει τις ολοένα και αυξανόμενες εκδηλώσεις ρατσιστικής βίας κατά μεταναστών, ομοφυλόφιλων και Εβραίων. Μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί καμιά 60αριά μηνύσεις με τον αντιρατσιστικό νόμο (σχεδόν όλες από το Ελληνικό Παρατηρητήριο των Συμφωνιών του Ελσίνκι) αλλά μόνο μία οδήγησε σε αμετάκλητη καταδίκη και μάλιστα για αντισημιτισμό. Νόμοι υπάρχουν καταδίκες όμως όχι.

Ας δούμε ενδεικτικά το άρθρο 20 του Ν.2462/1997:
1. Κάθε προπαγάνδα υπέρ τoυ πολέμου απαγορεύεται από τo νόμο.
2. Κάθε επίκληση εθνικού, φυλετικού ή θρησκευτικού μίσους, πoυ απoτελεί υπoκίνηση διακρίσεων, εχθρότητας ή βίας απαγορεύεται από τo νόμο.

Σε μια κοινωνία που ρέπει προς το φανατισμό και την αμετροέπεια οι αναγκαστικά γενικόλογες διατάξεις δεν δίνουν τη δυνατότητα στο δικαστή και των καλύτερων προθέσεων να αποφανθεί με βεβαιότητα ποιος λόγος είναι ρατσιστικός και ποιος όχι εκτός από εξόφθαλμες περιπτώσεις οι οποίες και θα περιοριστούν με τη ψήφιση ενός αυστηρότερου νόμου. Το ρατσιστικό και ομοφοβικό δυναμικό της κοινωνίας έχει πάμπολλους τρόπους να εκφράσει την απέχθειά του προς το διαφορετικό  περνώντας κάτω από το νόμο. Τα όρια μεταξύ της ελευθερίας λόγου (που σίγουρα δεν είναι ασύδοτος) και του κηρύγματος μίσους και βίας είναι συχνά δυσδιάκριτα και αμφίσημα και το δικαστήριο διστάζει να καταδικάσει τελεσίδικα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο διάχυτος αντισημιτισμός που πολύ εύκολα πλασάρεται ως αντισιωνισμός και αθωώνεται. Στον αντίποδα, οποιαδήποτε αναφορά στο ισλαμοφασιστικό στοιχείο μπορεί να θεωρείται ως ισλαμοφοβία και να καταδικάζεται.

Η εξάλειψη των φυλετικών διακρίσεων  δυστυχώς δεν είναι θέμα νόμων και διατάξεων. Είναι θέμα παραδόσεων, παιδείας και πολιτικής βούλησης.

Η ελληνική παράδοση δεν είναι με το μέρος της ανεκτικότητας. Μια κλειστή κοινωνία με ισχυρό αντιευρωπαϊκό και αντιαμερικανικό δυναμικό, ελεγχόμενη ασφυκτικά από το κράτος, τα ΜΜΕ και το συντηρητικό κομματικό σύστημα, έμπλεος  από βαλκανικό και ανατολίτικο επαρχιωτισμό δεν είναι καθόλου εύκολο να συμβιβαστεί με την lgbt κοινότητα, τους μελαψούς μετανάστες, τους τσιγγάνους ή τους εβραίους. Σε μια εποχή παρατεταμένης πολιτιστικής και οικονομικής κρίσης, με εναλλασσόμενες εστίες που υποδαυλίζονται συγκυριακά από πολυποίκιλα συμφέροντα, η παράδοση γίνεται όπλο στα χέρια αυτών που έχουν λόγο να διαιρέσουν, να αποπροσανατολίσουν και να χρεώσουν τα δεινά στο ξένο και το διαφορετικό. 
Η παιδεία τόσο ως βασική εκπαίδευση όσο και ως γενικότερη πολιτιστική διαδικασία σπρώχνει με επιμέλεια το πρόβλημα κάτω από το χαλί ή  υποδαυλίζει την εχθρότητα. Στα σχολεία ο σοβαρός διάλογος γύρω από το πρόβλημα του ρατσισμού απουσιάζει παντελώς, στα ΜΜΕ οι ομοφυλόφιλοι παρουσιάζονται συνήθως ως καρικατούρες ανθρώπων, οι ρομά ως παράνομοι, οι μετανάστες ως επικίνδυνοι γενικώς, οι Εβραίοι ως σκοτεινοί και αβυσσαλέοι  τύποι. Κάθε γεγονός που σχετίζεται με το ρατσισμό παραδίνεται στα χέρια αδαών, φοβικών και βίαιων δημαγωγών, που φωτίζουν επιλεγμένες μορφές του γεγονότος και οδηγούν στη συσσώρευση μίσους και από αυτήν στην αυτοδικία. Η γιγάντωση της Χρυσής Αυγής είναι το πιο εμφατικό αποτέλεσμα αυτού του είδους «διαπαιδαγώγισης» των πολιτών. 

Ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας δεν θέλει να σταθεί μπροστά στον καθρέφτη της και να αναγνωρίσει τα αίτια που την οδήγησαν στην κρίση και ως εκ τούτου ο ξένος και ο σεξουαλικά διαφορετικός εύκολα μετατρέπονται σε μαύρο πρόβατο στο συλλογικό φαντασιακό. Κάτι τέτοιο βολεύει το πολιτικό σύστημα γιατί αφαιρεί από αυτό ένα μέρος της ευθύνης και ως εκ τούτου είναι πρόθυμο θωπεύοντας αυτιά να το χρεώσει στους «Άλλους» στα πλαίσια του εθνολαϊκισμού που τείνει να μετατραπεί σε καθολική πολιτική ιδεολογία. Η αντίληψη ότι η Ελλάδα είναι θύμα «Εβραιομασονιστών», ότι η παγκοσμιοποίηση και η μετανάστευση είναι έργο σκοτεινών οικονομικών και πολιτικών λεσχών και οι σεξουαλικά διαφορετικοί κυβερνούν τον κόσμο έχει εδραιωθεί σε μεγάλες μερίδες λαϊκών στρωμάτων που μπορεί να μη συμμετέχουν στον επίσημο δημόσιο διάλογο αλλά εκφράζουν το «πόνο» τους στα καφενεία και τις αυλές.

Όσο τα κόμματα δεν αποφασίζουν να καταδικάσουν από κοινού τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται, όσο «καθηγητές» και δημοσιογράφοι ρητά ή υπόρρητα ενσταλάζουν ρατσιστικό μίσος στο σώμα των πολιτών και όσο ο διχαστικός πολιτικός λόγος είναι κανόνας δεν πρόκειται κανένας αντιρατσιστικός νόμος όσο τολμηρός και αν είναι να αλλάξει την κατάσταση. Όσο οι μετανάστες είναι «σκιές» και αποκλείονται από το δημόσιο λόγο, τουλάχιστον για τα θέματα που τους αφορούν, δεν υπάρχει τρόπος να σπάσει το σπυρί και να πληροφορηθεί αντικειμενικά η κοινωνία.

Αλήθεια,  γιατί κανένα ΜΜΕ δεν δίνει έστω μια ώρα εκπομπής σε μετανάστες; Γιατί η lgbt κοινότητα δεν βρίσκει δημόσιο βήμα; Γιατί δεν προβάλλονται ήπιες φωνές Παλαιστινίων και Εβραίων; Γιατί αυτές τις μέρες του φρικτού Ισλαμικού Κράτους, δεν εμφανίζεται πουθενά η άποψη του «λογικού» Ισλάμ; Γιατί στα σχολεία δεν γίνονται  project γύρω από το θέμα της σεξουαλικής διαφορετικότητας; Γιατί σιωπούν παντελώς οι πολυάριθμες σχολές ουμανιστικών σπουδών; Γιατί αφήνουμε τους βάρβαρους και τους άσχετους να ορίζουν την ατζέντα;

Ειδικά για το θέμα της ομοφοβίας που μας υποβαθμίζει ως σύγχρονη κοινωνία, ηlgbt κοινότητα πρέπει να πάρει την τύχη στα χέρια της. Το κράτος - πατερούλης ούτε πρόθεση έχει, ούτε και δικαίωμα να καθορίζει τις τύχες της. Θα πρέπει να άρει κάθε φοβία, κάθε κόμπλεξ, κάθε δισταγμό και να βγει μπροστά και να διατυπώσει με παρρησία την άποψή της. Δεν είναι τα σύμφωνα διαβίωσης ή οι ομόφυλοι γάμοι που θα αλλάξουν ριζικά την κατάσταση, έστω και αν είναι απαραίτητα ως πρώτο βήμα. Η βελτίωση των δημόσιων συνθηκών της ζωής των μελών της δεν είναι δυνατόν να επαφίεται στο σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας ή στην αλλαγή της κυβέρνησης.  Ο βαθύτατος εθνολαϊκισμός σχεδόν ολόκληρου του πολιτικού φάσματος δεν θα επιτρέψει σε καμιά ηγετική ομάδα κανενός κόμματος να πάει κόντρα στην παράδοση και τα στερεότυπα ακόμα και αν το ήθελε. Και εδώ η αυτοοργάνωση και η αλληλεγγύη, η τόλμη και η επιστημονική τεκμηρίωση, ο ακομμάτιστος ακτιβισμός και το φιλελεύθερο πνεύμα είναι τα ελπιδοφόρα στοιχεία μιας αργής αλλά στέρεας κοινωνικής μεταβολής στα ζητήματα του ρατσισμού που μας ταλανίζουν.
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αρχειοθήκη ιστολογίου